Οι Ιατρικές και Φιλοσοφικές Σχολές της Αρχαιότητας, ιδιαίτερα εκείνες του Ιπποκράτη και του Αριστοτέλη, ασχολήθηκαν επισταμένως και σε επιστημονική βάση με τις λειτουργίες της Γλώσσας, καθώς και με την αναπνοή και τις διαταραχές της Ομιλίας. Τα κίνητρα αρχικά ήταν πρακτικά, υπό την έννοια της αντιμετώπισης των ποικίλων διαταραχών της Ομιλίας δίκην καλύτερης ρητορικής και (αργότερα) διδασκαλικής δεινότητας εκ μέρους των μαθητών της Σχολής. Σχεδόν ταυτόχρονα αναπτύχθηκε ενδιαφέρον ερευνητικό και επιστημονικό, όπως είδαμε και σε προηγούμενο άρθρο μας, το οποίο με γοργά βήματα άρχισε να δίνει τις πρώτες αιτίες κι ερμηνείες για τις διαταραχές της Ομιλίας, ομοίως να εφαρμόζει τις πρώτες μεθόσους παρέμβασης και θεραπείας. Καθ'όλη τη διάρκεια της Ελληνιστικής Περιόδου (4ος αιώνας π.Χ. - 1ος αιώνας π.Χ.) οι προαναφερθείσες Σχολές συνέχιζαν να δίδουν μεγάλη βαρύτητα στις σωστές γλωσσικές λειτουργίες, τις οποίες θεωρούσαν ως δείκτη σωματικής και ψυχικής υγείας. Η ίδια αντίληψη επικρατούσε και στις διάφορες Επιστημονικές Σχολές της Ρωμαϊκής και στη συνέχεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Στις δε Θεολογικές Σχολές εδίδετο μέγιστη σημασία στη σωστή αντίληψη και εκφορά της Γλώσσας λόγω του καινούριου δόγματος του Ορθόδοξου Χριστιανισμού, το οποίο ως γνωστόν έπρεπε να διατυπωθεί και να αποκρυσταλλωθεί με απόλυτη σαφήνεια ύστερα από ιστορικής αξίας αγορεύσεις και συνθέσεις στις Οικουμενικές Συνόδους. Μνημεία γλωσσικής καλλιέπειας αποτελούν ασφαλώς και τα Πατερικά Κείμενα, τα οποία εν πολλοίς στηρίζονται σε ομιλίες, σε προφορικές παραδόσεις και σε μακροχρόνια πείρα πνευματικών ανθρώπων. 

Την περίοδο του Μεσαίωνα (5ος-15ος αιώνας μ.Χ.) οι διαταραχές της Ομιλίας, ιδίως δε ο Τραυλισμός, ερμηνεύονταν κατά βάση με θρησκευτικές δοξασίες. Φέρεται δε να αποτελούσαν έως και θέμα της Ιεράς Εξέτασης, συχνά με άσχημη κατάληξη για τους ασθενείς. Πολλοί θεραπευτές της εποχής προσπαθούσαν να μειώσουν την ένταση και τη συχνότητα των γλωσσικών διαταραχών με βότανα και καταπραϋντικά φάρμακα. Μολαταύτα υπήρξαν και επιστημονικές προσεγγίσεις στο όλο θέμα. Ο Ηγούμενος της Μονής Αγίου Γαληνού (Ελβετία), Notker Balbulus (840-912 μ.Χ.), χαρακτήριζε τον εαυτό του ως Balbulus, δηλαδή ως τραυλό, αποδίδοντας το πρόβλημα της ομιλίας του σε λαγοστομία και στην προσπάθειά του να μιλάει γενικώς γρήγορα. Ο Ιταλός Φιλόσοφος και Θεολόγος Θωμάς Ακινάτης (13ος αιώνας μ.Χ.) απέδωσε τον Τραυλισμό σε κινητική αδυναμία της γλώσσας. 

Την ίδια περίοδο ο Γερμανός Βασιλιάς Φρειδερίκος ο 2ος χρηματοδότησε πειράματα σε παιδιά για να διαπιστώσει κατά πόσο υπήρχε η λεγόμενη "πρωτογλώσσα", δηλαδή η αρχέγονη ανθρώπινη γλώσσα πριν την υποτιθέμενη τότε "διάσπασή" της σε διάφορες γλώσσες. Παιδιά βρεφικής ηλικίας, κυρίως από ιδρύματα και ορφανοτροφεία, στέλνονταν σε "ειδικά εκπαιδευμένες νταντάδες", ώστε να μην έχουν κανένα συναισθηματικό ή γλωσσικό ερέθισμα, πέραν της σίτισης και της ένδυσης. Τα παιδιά εκείνα δεν ανέπτυξαν γλωσσικές ικανότητες, ενώ ένας πολύ μεγάλος αριθμός τους απεβίωσε.

Ωστόσο στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία φαίνεται πως οι διαταραχές της Ομιλίας δεν αποτελούσαν αφορμή κοινωνικού αποκλεισμού, δεδομένου ότι γλωσσικά ασθενείς κατάφεραν να ανελιχθούν σε υψηλά πολιτικά, εκπαιδευτικά και πολιτειακά αξιώματα, όπως για παράδειγμα ο Μιχαήλ Τραυλός, ο Μιχαήλ Ψελλός κ.α. 

Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα «Θεσπρωτικά Νέα» (αριθμός φύλλου 1078, Ιουνίου 2018).